VI B 14

SUID. s.v. πήνιον (n.1531):
ζῷον ὅμοιον κώνωπι. Ἀριστοφάνης Νεφέλαις˙ κείσεσθον ὥσπερ πηνίω βινουμένω. ἀντὶ τοῦ ξηροί˙ σκώπτει γὰρ τοὺς περὶ Χαιρεφῶντα εἰς ξηρότητα καὶ ἀσθένειαν [cf. supra I A 4].