31 B 121 [13. 21-2 K., 385-8 St.]. 1. 2. 4 HIEROCL. in Pyth. carm. aur. 24 [STOB. ecl. ed. Gaisford II 143, 1]. Desiste e abbandona l'antica condizione, fuggendo la terra e il «luogo funesto», come egli stesso dice, «dove... Sciagure», nel quale coloro che vi precipitano «della Sventura... errano». 2. 4 PROCL. in remp. II 157, 24. 2. 3 PROCL. in Crat. p. 103. 2. 4 SYNES. de prov. 1 [66, 1213 a Migne].

... funesto giorno
dove Uccisione e Odio e le altri stirpi delle Sciagure
aridi Morbi, Putrefazioni e i liquidi che sono prodotti
scorrono nel buio per i prati di Ate.

31 B 121 [13. 21-2 K., 385-8 St.]. 1. 2. 4 HIEROCL. ad c. aur. 24 [STOB. Ecl. ed. Gaisf. II 143, 1]. [I 360. 5] ἄνεισι δὲ καὶ τὴν ἀρχαίαν ἕξιν ἀπολαμβάνει, εἰ φύγοι τὰ περὶ γῆν καὶ τὸν 'ἀτερπέα χῶρον' ὡς ὁ αὐτὸς λέγει, 'ἔνθα ... Κηρῶν', εἰς ὃν οἱ ἐμπεσόντες ' Ἄτης ... ἠλάσκουσι'˙ ἡ δὲ ἔφεσις τοῦ φεύγοντος τὸν τῆς Ἄτης λειμῶνα πρὸς τὸν τῆς Ἀληθείας ἐπείγεται λειμῶνα [31 C 1], ὃν ἀπολιπὼν τῆι ὁρμῆι τῆς πτερορρυήσεως εἰς γήινον ἔρχεται σῶμα ὀλβίου αἰῶνος [I 360. 10] ἀμερθείς [31 B 158]. 2. 4 PROCL. in Rep. II 157, 24 Kroll. 2. 3 PROCL. in Crat. p. 103 Boiss. 2. 4 SYNES. de provid. 1 (66, 1213 a Mign.) κεῖται δὲ Θέμιδι νόμος ἀγορεύων ψυχαῖς, ἥτις ἂν ὁμιλήσασα τῆι τῶν ὄντων ἐσχατιᾶι τηρήσηι τὴν φύσιν καὶ ἀμόλυντος διαγένηται, ταύτην δὴ τὴν αὐτὴν ὁδὸν αὖθις ἀναρρυῆναι καὶ εἰς τὴν οἰκείαν ἀναχυθῆναι πηγήν, ὥσπερ γε καὶ τὰς ἐκ τῆς [I 360. 15 App.] ἑτέρας μερίδος τρόπον τινὰ ἐξορμησαμένας φύσεως ἀνάγκη ἐς τοὺς συγγενεῖς αὐλισθῆναι κευθμῶνας 'ἔνθα . . . ἠλάσκουσιν'.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . ἀτερπέα χῶρον,
ἔνθα Φόνος τε Κότος τε καὶ ἄλλων ἔθνεα Κηρῶν
αὐχμηραί τε Νόσοι καὶ Σήψιες ἔργα τε ῥευστά
[I 360. 20 App.] Ἄτης ἀν λειμῶνα κατὰ σκότος ἠλάσκουσιν.